Κυριακή 26 Ιουνίου 2016

Ω χρειά...

Λέξη: ωχριά, Ετυμολογία: [<αρχ. ὠχριῶ < ὠχρός]...
...
ωχριώ (οι δημοσιογραφικές περιγραφές της φρίκης που έζησαν οι πυροπαθείς ωχριούν μπροστά στην πραγματικότητα)

Ρ. αμετ.είμαι πολύ κατώτερος από κάποιον ή κάτι άλλο (συνήθως όσον αφορά κάτι κακό)
γίνομαι ωχρός (αντί να μας επιτίθεται, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος θα 'πρεπε να ωχριά από ντροπή τώρα που αποκαλύφθηκαν οι ψευδολογίες του)Ρ. αμετ.αποκτώ ωχρό χρώμα από φόβο, ντροπή κτλ.
***
Πηγή
*

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου